Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2017

ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΙΣ ΑΛΚΥΟΝΙΔΕΣ ΜΕΡΕΣ - και την Αλκυόνη!!!!


Κυριακή. Βράδιασε. Μόλις επέστρεψα. Η βόλτα με τον Μάο κράτησε λίγο γιατί απλώς εγώ δεν έχω όρεξη, ενώ ο Μάο είναι πάντα ασυγκράτητος. Του έδωσα ένα από τα μπισκοτάκια του και τώρα έχει αράξει διπλωμένος κολλητά στην καρέκλα που κάθομαι. Στο γραφειάκι μου είμαι αλλά τριγυρίζω παντού. Κάνω ταξίδια με το νου και άπειρες διαδρομές και ψάχνω ίχνη που θα ξυπνήσουν μέσα μου παλιές ευχάριστες αναμνήσεις. Κάνω στην άκρη την κουρτίνα και βλέπω τον ουρανό που είναι σαν χυλός. Δεν μ’ αρέσει. Από το πρωί έδειχνε πως η μέρα, παρότι ελαφρώς ζεστή, δεν έλεγε ν’ αποφασίσει αν θα βρέξει ή θα κρατήσει τον ήλιο να μας στέλνει τη θαλπωρή του. Σκέφτηκα βέβαια πως ήταν προτιμότερο ν’ αράξω στη βεράντα για τον ήλιο παρά μέσα στο σπίτι που είναι κρύο – αν δεν ανάψω τη σόμπα ή το ερκοντίσιον.

Κάποτε είχαμε άπειρα περιστέρια στη γειτονιά, τα οποία κάποια στιγμή εξαφανίστηκαν. Μόνο δυο έχουν μείνει που έρχονται και τρώνε τα ψίχουλα και το σταράκι που αφήνουμε. Προσπαθώ να μιλήσω για τα περιστέρια αλλά η ψυχή μου είναι ένα τόξο τεντωμένο κι εξακοντίζει σκέψεις που γίνονται περιστέρια, φτεροκοπάνε και χάνονται.

Μέσα σ’ αυτό το ασταμάτητο μπουρίνι των σκέψεων πρέπει να απαγκιάσω κάπου, να φωτίσω κάτι που με χαροποίησε τα περασμένα χρόνια. Όμως σαν αστραπή έφτασε στα μάτια μου η εικόνα ενός συμμαθητή μου στο δημοτικό, που δεν ήταν φίλος μου, αλλά ήταν τόσο ζωηρός που δεν λογάριαζε τίποτε και κανέναν.

Πρέπει να σημειώσω ότι κι εγώ, όπως και άλλοι φίλοι μου τότε παραφυλάγαμε στο πεζοδρόμιο της οδού Λένορμαν στο Μεταξουργείο κι όταν ερχόταν το τραμ στη στάση ετοιμαζόμασταν να κάνουμε τη βλακεία μας. Μόλις ξεκινούσε, εμείς ορμάγαμε και κρεμιόμασταν μέχρι να κατέβουμε στην επομένη… Αυτός λοιπόν ο συμμαθητής ήταν πιο τρελός απ’ όλους μας και μια μέρα πιάστηκε από μια εσοχή στο τραμ ενώ είχε πατίνια στα πόδια του. Φαίνεται ότι απολάμβανε τη διαδρομή μέχρι το μαγαζί του Κίκιζα αλλά ένας γεροντάκος πήγε να περάσει το δρόμο χωρίς να προσέξει το τραμ.

Ο οδηγός του τραμ πάτησε φρένο και έγινε εκείνο που κανείς δεν περίμενε. Ο συμμαθητής χάνει την ισορροπία του και με τα δυο του χέρια πάλευε να ισορροπήσει. Τα πατίνια όμως τον έστειλαν να πέσει πάνω σε μια κολόνα και σωριάστηκε σαν άδειο σακί στην άσφαλτο. Κάποιοι άρχισαν τις φωνές. Μαζεύτηκε κόσμος κι ένας ειδοποίησε τις πρώτες βοήθειες. Εμείς οι άλλοι που τρέχαμε με τα πόδια επειδή μας φαινόταν παράξενο αυτό που έκανε ο συμμαθητής μας, μόλις είδαμε το περιστατικό, κοκαλώσαμε και δεν ξέραμε τι να κάνουμε. Κάποια στιγμή ήρθε το αυτοκίνητο των πρώτων βοηθειών, τον πήραν και έκτοτε δεν τον ξαναείδαμε. Ούτε τώρα σκέφτομαι τι απέγινε. Πάντως ήταν κάτι άσχημο…

Άλλη εποχή, άλλες έγνοιες. Κάθε εποχή έχει τις δικές έγνοιες, τα δικά της οράματα, τις δικές της αγωνίες. Και τώρα που έχουμε γεμίσει κι έχουμε φρακάρει με τις έγνοιες, τα οράματα και τις αγωνίες όλων των προηγούμενων εποχών, στρέφουμε το νου εκεί που θα νιώσουμε καλύτερα. Γράφω στον πληθυντικό αλλά ουσιαστικά αυτά που γράφω είναι ένας εσωτερικός μονόλογος που θέλω να επενεργήσει λυτρωτικά γιατί το να υπάρχεις ή να μην υπάρχεις ελάχιστα διαφέρει από το να θυμάσαι ή να μη θυμάσαι. Κι εγώ θυμάμαι πολύ καλά. Έστω ότι θυμάμαι εκείνα που θέλω και γεμίζουν την τωρινή ξεραΐλα, σ’ έναν κόσμο που βρίσκεται σε απόλυτη σύγχυση.

Λέω ότι είναι ένας μονόλογος αλλά συγχρόνως είναι ένας τρόπος να κουβεντιάσω με ό,τι με απασχολεί. Με απασχολούν οι άνθρωποι, τα σπίτια, τα δέντρα, τα σκυλιά που κατουράνε συνήθως στις ρόδες των αυτοκινήτων, τα σκουπίδια που δεν είναι μέσα στους κάδους αλλά έξω σκορπισμένα στο δρόμο και τα πεζοδρόμια, οι ξένοι που δεν δίνουν δεκάρα για τη χώρα που ζουν… 

Με απασχολεί τελευταία και η Αλκυόνη! Αφότου ξαναγύρισε στη ζωή μου, ο νους μου δεν λέει να ξεκολλήσει από το πρόσωπό της. Κι εγώ της έδωσα το όνομα αυτό γιατί η Αλκυόνη είναι θαλάσσιο αποδημητικό πτηνό, που το λένε και ψαροπούλι ή θαλασσοπούλι ή και ακόμα μπιρμπίλι της θάλασσας. Η Αλκυόνη που είναι ένα πουλί λίγο μεγαλύτερο από τον σπουργίτη, εμφανίζεται στο Πάρκο περιστασιακά το φθινόπωρο καθώς και την άνοιξη. Σίγουρα, όμως, θα τη δούμε το χειμώνα να πετά πάνω από τις λίμνες του, να κάθεται στις άκρες των καλαμιών και στα κράσπεδα των καναλιών έτοιμη να εφορμήσει στην τροφή της.

Θυμάμαι στο Λουτράκι την ταβέρνα «Αλκυονίδες», αλλά ξέρω ότι υπάρχουν ταβέρνες με την ίδια ονομασία στα Λουτρά Ωραίας Ελένης στην Κορινθία, στη Βάρη, στην Καλαμάτα, στην Ουρανούπολη στη Χαλκιδική… Είναι οι Αλκυονίδες Νήσοι στον Κορινθιακό Κόλπο και η παραλία Αλκυονίδες στη Βάρκιζα.

Η Αλκυόνη στην ελληνική μυθολογία ήταν σύζυγος του Κύηκα και κόρη του Αιόλου. Με τον Κύηκα ζούσε πολύ ευτυχισμένη και η αγάπη τους ήταν πρότυπο για όλους. Μια μέρα, ο Κύηκας βγήκε στο πέλαγος για ψάρεμα. Μάταια τον παρακαλούσε η Αλκυόνη να μην πάει γιατί είχε ένα άσχημο προαίσθημα. Εκείνος πήγε και όντως σηκώθηκαν δυνατοί άνεμοι και βύθισαν το πλοίο του. Η Αλκυόνη που παρακολουθούσε από μακριά τη σκηνή μόλις είδε το πλοίο του να χάνεται μέσα στην απελπισία της έπεσε από ένα βράχο και σκοτώθηκε.

Επειδή η αγάπη τους ήταν τόσο δυνατή, οι θεοί τους λυπήθηκαν και τους μεταμόρφωσαν σε πουλιά, τις αλκυόνες. Μάλιστα επειδή οι αλκυόνες γεννούν τα αυγά τους τον Ιανουάριο σε φωλιές μέσα στους βράχους, ο Δίας επέτρεψε στον ήλιο να λάμπει δυνατά και να ζεσταίνει τις αλκυόνες μέχρι να επωαστούν τα αυγά τους. Οι ζεστές αυτές μέρες του Ιανουαρίου ονομάστηκαν γι' αυτό το λόγο αλκυονίδες μέρες.

  • Αυτές λοιπόν τις αλκυονίδες μέρες περιμένω κι εγώ από την Αλκυόνη.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου